A. Callinicos: Οι πολιτικές της λιτότητας.


Αναδημοσίευση από το http://aformi.wordpress.com/ σε μετάφραση της Έλλης Σ.

Η δημοσιονομική λιτότητα εμπεδώνεται όλο και περισσότερο στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες. Αυτό συμβαίνει, παρά τις ενδείξεις ότι η παγκόσμια οικονομία αντιμετωπίζει, στην καλύτερη περίπτωση, μια αδύναμη και ασταθή ανάπτυξη. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, οι χρηματοοικονομικές αγορές αγωνιούσαν για την πιθανότητα μιας διπλής ύφεσης. Αλλά ο Robert Reich, υπουργός εργασίας στην κυβέρνηση του Bill Clinton, συνόψισε την άποψη πολλών οικονομολόγων, από διάφορους πολιτικούς και ιδεολογικούς χώρους, οι οποίοι πιστεύουν ότι τα στοιχεία συνάδουν προς μια πιο ζοφερή πραγματικότητα:

«Είναι ανόητο να θεωρεί κανείς ότι η οικονομία βαδίζει προς μια διπλή ύφεση, όταν οι περισσότεροι Αμερικανοί δεν ανέκαμψαν ποτέ από την πρώτη. Είμαστε ακόμα σε ένα μεγάλο, βαθύ τούνελ. Φέτος, περισσότεροι άνθρωποι έχουν χάσει τη δουλειά τους σε σύγκριση με πέρυσι, αν προσμετρήσουμε όλους όσους δεν ψάχνουν για δουλειά λόγω απογοήτευσης… Η τελευταία φορά που μετά από μια τέτοια βαθειά ύφεση ακολούθησε μια αναιμική ανάπτυξη στην αγορά εργασίας, ήταν όταν η κυβέρνηση ξεκίνησε για πρώτη φορά να καταγράφει τις ανόδους και καθόδους του επιχειρηματικού κύκλου. Η αγορά εργασίας αναπτύχθηκε με γρηγορότερο ρυθμό το Μάρτιο 1933 αφού η οικονομία άρχισε να «ανακάμπτει» από τα βάθη της Μεγάλης Ύφεσης. Φυσικά, αυτή η ανάπτυξη στην αγορά εργασίας δεν διήρκησε πολύ. Η ανάπτυξη αυτή δεν ήταν στην ουσία ανάπτυξη. Η Μεγάλη Ύφεση συνεχίστηκε. Και αυτό ακριβώς είναι αυτό που θέλω να πω. Η Μεγάλη Ύφεση συνεχίζεται».

Άλλος ένας Κεϋνσιανός οικονομολόγος, ο Paul Krugman υποστηρίζει ότι «φοβάμαι ότι τώρα είμαστε στα αρχικά στάδια μιας τρίτης Μεγάλης Ύφεσης», συγκρίσιμη σε μέγεθος και διάρκεια με αυτήν στα τέλη του 19ου αιώνα και αυτήν της δεκαετίας του 1930. Πρόσφατα στοιχεία από το Γραφείο Απογραφής του Πληθυσμού των ΗΠΑ φαίνεται να συμφωνούν με αυτό το συμπέρασμα. Το 2009, ο αριθμός αυτών που ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας αυξήθηκε κατά τέσσερα εκατομμύρια και έφτασε τα 44 εκατομμύρια, φτάνοντας το 14,3% του πληθυσμού, το υψηλότερο ποσοστό από το 1994. Το εισόδημα του μέσου νοικοκυριού ήταν 4,2% χαμηλότερο από αυτό του 2007 και 5% χαμηλότερο από αυτό του 1993.

Παρόλα αυτά, η τάση για μικρότερους κρατικούς προϋπολογισμούς, η οποία ενδυναμώθηκε μετά την κρατική διάσωση των τραπεζών και την οικονομική ύφεση, ενδυναμώνεται όλο και περισσότερο πολιτικά. Ακόμα και η Γαλλία -θεωρητικά το κέντρο της αντίστασης στα γερμανικά αιτήματα για λιτότητα- βαδίζει προς μια «νέα εποχή δημοσιονομικής πειθαρχίας», όπως είπε η Υπουργός Οικονομίας Christine Lagarde στους Financial Times, δίνοντας υποσχέσεις για μείωση δαπανών και αύξηση φόρων ύψους €40 δισεκατομμυρίων. Το μεγαλύτερο προπύργιο ενάντια στη συναίνεση των G20 υπέρ της λιτότητας -η κυβέρνηση του Μπάρακ Ομπάμα- βρίσκεται σε πολιορκία από τη Ρεπουμπλικανική Δεξιά, η οποία είναι ανανεωμένη από το κίνημα του Tea Party και τη μείωση της δημοτικότητας των Δημοκρατικών. Εν τω μεταξύ, όλο και περισσότερες Αμερικανικές πολιτείες αντιμετωπίζουν κρίσεις παρόμοιες με αυτήν της Ελλάδας, καθώς η βοήθεια από τη Ουάσινγκτον στερεύει.

Οι αποσταθεροποιητικές συνέπειες της μείωσης των προϋπολογισμών ανησυχούν ακόμη και τους αρχιερείς του νεοφιλελευθερισμού του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Σε μια κοινή έκθεση με το Διεθνή Οργανισμό Εργασίας, το ΔΝΤ καταγράφει αναλυτικά τη λεγόμενη Έσχατη κατάσταση των αγορών εργασίας: «Πάνω από 210 εκατομμύρια άνθρωποι είναι άνεργοι ανά την υφήλιο αυτήν την περίοδο, μια αύξηση άνω των 30 εκατομμυρίων από το 2007. Τα τρία τέταρτα αυτής της αύξησης στον αριθμό των ανέργων καταγράφεται στις αναπτυγμένες οικονομίες και το υπόλοιπο στις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Στις αναπτυγμένες οικονομίες το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα σοβαρό, οι Ηνωμένες Πολιτείες -η χώρα που ήταν το επίκεντρο της Μεγάλης Ύφεσης- έχει την υψηλότερη αύξηση ανέργων: μια αύξηση 7,5 εκατομμυρίων ατόμων από το 2007».

Η έκθεση προειδοποιεί ότι: «Τα υψηλά και μακρόχρονα επίπεδα ανεργίας […] εμπεριέχουν κινδύνους για τη σταθερότητα των υπαρχόντων δημοκρατιών και παρεμποδίζει την ανάπτυξη νέων δημοκρατιών σε χώρες με μεταβατικά πολιτικά καθεστώτα». Επιπλέον: «[…] μια πρώιμη δημοσιονομική υποχώρηση θα μπορούσε να βλάψει την ανάπτυξη και να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερα ελλείμματα και χρέη. Απότομες αλλαγές στη δημοσιονομική πολιτική, σε πολλές χώρες ταυτόχρονα, θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν την ανάκαμψη και να αποδυναμώσουν τη μελλοντική ανάπτυξη. Μια σταδιακή επιστροφή στη δημοσιονομική σταθερότητα και μια πολιτική ανάπτυξης για αρκετά χρόνια μπορεί σα στρατηγική να έχει μεγαλύτερη επιτυχία, όχι μόνο για την ανάκαμψη και την ανάπτυξη αλλά και για τη μείωση των ελλειμμάτων και του χρέους… Ο κοινωνικός διάλογος είναι βασικό στοιχείο στην αποφυγή κοινωνικών αναταραχών».

Ο φόβος μιας «έκρηξης κοινωνικών αναταραχών» αρχίζει να κάνει την εμφάνιση του στην κυβέρνηση συνασπισμού Συντηρητικών και Φιλελευθέρων Δημοκρατών στη Βρετανία, καθώς προετοιμάζονται για τις 20 Οκτωβρίου, οπότε και θα γίνει η ανακοίνωση των σοβαρότερων μειώσεων στις δημόσιες δαπάνες από την εποχή της κυβέρνησης συνασπισμού των Φιλελεύθερων και Ενωτικών του Lloyd George το 1922 και του «Τσεκουριού του Geddes».

Απόψεις, όπως αυτή του Υπουργού Οικονομίας, George Osborne, ότι «η δημοσιονομική ευθύνη είναι και δίκαιη και προοδευτική» ακούγονται όλο και περισσότερο κούφιες. Οι Financial Times, αναφέρουν μια έκθεση του ΟΟΣΑ σύμφωνα με την οποία: «Στη Σουηδία -καθώς και τη Φινλανδία- πραγματοποιήθηκε η πιο μεγάλη αύξηση στην ανισότητα του εισοδήματος ανάμεσα στις ανεπτυγμένες χώρες από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, μια περίοδος κατά την οποία και οι δύο πραγματοποιούσαν τα πιο επιθετικά προγράμματα για να βελτιώσουν την κατάσταση των δημοσίων οικονομικών τους… Η ανισότητα του εισοδήματος αυξήθηκε επίσης στην Καναδά, και το Ηνωμένο Βασίλειο και σε διάφορες άλλες χώρες οι οποίες προέβησαν σε μεγάλες μειώσεις προϋπολογισμού. Τα ποσοστά φτώχειας στη Σουηδία, τον Καναδά και τη Φινλανδία ανάμεσα στο 1995 και τα μέσα της δεκαετίας του 2000 ήταν τα υψηλότερα στις χώρες του ΟΟΣΑ».

Καθώς αρχίζει να κατανοείται από την κοινή γνώμη το μέγεθος των εξελίξεων που έπονται, αρχίζουν και υπάρχουν δείγματα ότι εκείνη στρέφεται εναντίον της κυβέρνησης. Μια δημοσκόπηση της IPSOS-Mori στα μέσα Σεπτεμβρίου έδειξε ότι τα ποσοστά υποστήριξης προς του Εργατικούς πλησιάζουν αυτά προς τους Συντηρητικούς, οι οποίοι βρίσκονται στο 37%, ενώ οι Φιλελεύθεροι Δημοκρατικοί έχουν μειωθεί οκτώ μονάδες από τα ποσοστά που είχαν στις εκλογές (15%) και τα ποσοστά δυσαρέσκειας προς την κυβέρνηση συνασπισμού ξεπέρασαν τα ποσοστά υποστήριξης για πρώτη φορά (47-42 τοις εκατό). Η κυβέρνηση υπερασπίζεται την πολιτικής της, και μπορεί κανείς να διακρίνει δείγματα μιας ταξικής εκδίκησης στον τόνο δηλώσεων όπως αυτές του Nick Clegg ότι η πρόνοια δεν είναι «μια τεράστια επιταγή που υπογράφει το κράτος για να αποζημιώσει τους φτωχούς για τις δυσχέρειες τους».

Αλλά, καθώς ήταν προβλεπόμενο, ο Andrew Rawnsley [δημοσιογράφος της εφημερίδας The Observer] αναφέρει ότι οι πιέσεις προς την κυβέρνηση συνασπισμού προκαλούν έντονες διαμάχες ανάμεσα στο Υπουργείο Οικονομίας και τους υπολοίπους υπουργούς, στους οποίους έχει ειπωθεί να προετοιμαστούν για μειώσεις δαπανών της τάξης του 25 έως και 40%: «Οι σχέσεις ανάμεσα στο Υπουργείο Οικονομίας και ένα από τα Υπουργεία με τις υψηλότερες δαπάνες, το Υπουργείο Εργασίας και Συντάξεων, έχουν αρχίσει να γίνονται εξαιρετικά πικρόχολες. Ο George Osborne πρόλαβε τις αντιδράσεις στις αποφάσεις του, όταν την προηγούμενη εβδομάδα ανακοίνωσε ότι είχε ήδη εντοπίσει μια επιπρόσθετη μείωση σε επιδόματα αξίας 4 εκατομμυρίων λιρών, πέραν των μειώσεων ύψους 11 εκατομμυρίων που έχουν ανακοινωθεί στον προϋπολογισμό. Αυτό το άκουσε για πρώτη φορά τότε ο Iain Duncan Smith (Υπουργός Εργασίας και Συντάξεων). Νωρίτερα, ο κύριος Osborne προσπάθησε να ασκήσει πιέσεις στον κ. Duncan Smith, όταν ο πρώτος άφησε να εννοηθεί ότι τα άλλα υπουργεία δεν θα αναγκαζόντουσαν να υποφέρουν τόσο αν γινόντουσαν πιο δραστικές μειώσεις στα επιδόματα πρόνοιας. «Βασιζόμαστε σε εσάς να για να βρούμε τα χρήματα», είπε ένας αξιωματούχος από άλλο υπουργείο σε έναν από τους αξιωματούχους του Duncan Smith. «Καλώς», απάντησε ο αξιωματούχος του Υπουργείου Εργασίας και Συντάξεων, «αν δε σας ενοχλεί να έχετε έναν όχλο έτοιμο να σας λυντσάρει έξω από τα πολιτικά σας γραφεία».

Παρόλα αυτά, ήδη η κατάσταση έφτασε στο σημείο οι αξιωματούχοι να απειλούν ο ένας τον άλλον με άναρχους όχλους. Ένα μέλος της κυβέρνησης από το κόμμα των Φιλελεύθερων Δημοκρατών μου έδωσε πρόσφατα την προσωπική του εκτίμηση για το που θα βρίσκονται οι δημοσκοπήσεις σε ένα χρόνο. Η πρόβλεψη του ήταν «25-5». Με αυτό το ποσοστό, εννοούσε ότι υποστήριξη προς τους Συντηρητικούς θα φθάσει στο 25% κατά τους επόμενους 12 μήνες, ενώ αυτή προς τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες θα καταρρεύσει στο 5%. Και αυτό δεν ήταν μια επιπόλαιη πρόβλεψη, αλλά μια πάρα πολύ σοβαρή δήλωση».

Αντιδρώντας στις εξελίξεις, το εργατικό κίνημα άρχισε να ξυπνάει. Η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών (Trades Union Congress) ψήφισε το Σεπτέμβριο υπέρ μιας εκστρατείας συντονισμένης δράσης και μιας εθνικής διαδήλωσης το Μάρτιο. Οι κινήσεις αυτές δεν είναι ούτε στο ελάχιστο επαρκείς, ειδικά αν τις συγκρίνει κανείς με τις γενικές απεργίες που έχουν κλιμακωθεί στη Γαλλία και την Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά, η εκστρατεία της Συνομοσπονδίας αποτελεί ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να αναπτυχθεί κάποια σοβαρή αντίσταση στην κυβέρνηση συνασπισμού. Εν τω μεταξύ, στην εκλογή ηγεσίας των Εργατικών, ο Ed Miliband, ένας από τους υποψηφίους που είχε κρατήσει αποστάσεις από το «Νέο Εργατικό Κόμμα» (New Labour), νίκησε οριακά τον αδερφό του David.

Αυτό δείχνει ότι, όσο και αν οι εποχές του Neil Kinnock [ηγέτης των Εργατικών από το 1983 έως το 1992] και του Tony Blair έκαναν το Εργατικό Κόμμα να χάσει την πολιτική του πνοή και αποδυνάμωσαν τις κοινωνικές του ρίζες, εξακολουθεί, αν και ασθενώς, να λειτουργεί ο μηχανισμός, ο οποίος έχει εμφανιστεί και στο παρελθόν όταν το κόμμα βρισκόταν στην αντιπολίτευση, κατά τον οποίο η πολιτική ηγεσία δέχεται ισχυρές πολιτικές πιέσεις να μετακινηθεί πιο αριστερά στον πολιτικό άξονα. Βέβαια, οποιοσδήποτε πιστεύει ότι αυτός ο μηχανισμός μπορεί να συγκριθεί με το κίνημα του Bevan [ηγέτη της αριστερής πτέρυγας των Εργατικών] τη δεκαετία του 1950 και τον Μπενισμό [ο Tony Benn ήταν ο ηγέτης της αριστερής πτέρυγας των Εργατικών] στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980, γελιέται. Σήμερα, η Αριστερά του Εργατικού Κόμματος είναι μια ξεθωριασμένη σκιά αυτού που ήταν, και ο Ed Miliband, ακριβώς επειδή θριάμβευσε έναντι του υποψηφίου που θύμιζε τον Blair, θα δεχτεί μεγάλη πίεση να αποδείξει ότι είναι ένας ασφαλής, φιλικός προς τις επιχειρήσεις, «μοντερνιστής».

Ωστόσο, το Εργατικό Κόμμα διατηρεί επαρκείς ρίζες σε στρώματα της εργατικής τάξης και, μέσω της γραφειοκρατίας των εργατικών συνδικάτων, στην οργανωμένη εργατική τάξη, ώστε να αντανακλά, και σε κάποιο βαθμό να εκφράζει, τις διαθέσεις της. Σε κάθε περίπτωση, μια τέτοια πολιτική ταιριάζει και στις εκλογικές ανάγκες του Εργατικού Κόμματος: η διαμαρτυρία ενάντια στις περικοπές της κυβέρνησης συνασπισμού, ακόμα και υποκριτική, και η αντιπαράθεση με τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες στις πόλεις είναι τα πρώτα προφανή βήματα προς την πολιτική και εκλογική ανάκαμψη. Αυτό κάνει ακόμα πιο σημαντικό τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η εκστρατεία «Δικαίωμα στην Εργασία» (Right to Work), η οποία προσπαθεί να χτίσει μια ευρεία συμμαχία αντίστασης, η οποία θα συμπεριλαμβάνει υποστηρικτές του Εργατικού Κόμματος σε εθνικό και τοπικό επίπεδο.

Αυτές οι εξελίξεις έγιναν η αιτία ο Seumas Milne, ένας ριζοσπαστικός αριστερός σχολιαστής, να διακηρύξει ότι: «Εμφανίζεται ένα νέο κέντρο βάρους στη βρετανική πολιτική σκηνή, προς το οποίο μπορούν να κινηθούν το Εργατικό Κόμμα, αλλά και τα εργατικά συνδικάτα […] δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλείουμε ότι μπορεί η κυβέρνηση συνασπισμού να αναγκαστεί να εγκαταλείψει την εξουσία σε πέντε χρόνια -ή νωρίτερα». Αλλά ο Milne υποστηρίζει επίσης ότι η αντίσταση με τη μορφή των απεργιών και των διαδηλώσεων δεν είναι αρκετή: «Οι πολιτικές καμπάνιες και οι απεργίες μπορεί να μειώσουν ή να μετακινήσουν το βάρος των περικοπών από το ένα σημείο στο άλλο. Αλλά μόνο αν το βάρος της κοινής γνώμης, της πίεσης και των γεγονότων αναγκάσει την κυβέρνηση συνασπισμού να αλλάξει κατεύθυνση, θα αντιμετωπιστεί η απειλή στις θέσεις εργασίας και το βιοτικό επίπεδο και θα εξαναγκάσουν σε αλλαγή οικονομικής πολιτικής. Όπως σχολιάζει ο Len McCluskey, το αριστερό φαβορί των εκλογών του επόμενου μήνα για τη θέση του κεντρικού γραμματέα στο μεγαλύτερο συνδικάτο της Βρετανίας, το Unite: «Δεν έχουμε άλλη επιλογή από την αντίσταση, αλλά η τελική λύση θα είναι πολιτική». […] Η κατεύθυνση που θα επιλέξει τώρα η ηγεσία του Εργατικού Κόμματος για την οικονομία θα έχει σημαντικότατες συνέπειες όχι μόνο για το κόμμα, αλλά και για την εκστρατεία της αντίστασης που προσπαθούν να χτίσουν τα συνδικάτα. Αν όντως είναι να αποτρέψουν τις περικοπές, πρέπει να υπάρξει μια εναλλακτική προοπτική».

Ο Milne, όπως και ο McCluskey, φαίνεται να εναποθέτουν τις ελπίδες του σε ένα ανανεωμένο Εργατικό Κόμμα υπό την ηγεσία του Ed Miliband. Αυτό είναι μια υπεραισιόδοξη άποψη, για να το πούμε κομψά. Αν ο Aneurin Bevan και ο Tony Benn δεν μπόρεσαν να μεταλλάξουν το Εργατικό Κόμμα σε περιόδους όπου αυτό ήταν πολύ πιο δημοκρατικό και η συσπείρωση της εργατικής τάξης πολύ πιο δυνατή από ό,τι σήμερα, τι πιθανότητες υπάρχουν για μια πραγματική αλλαγή από το πρώην «παιδί-για-όλες-τις-δουλειές» του Gordon Brown; Σε κάθε περίπτωση, ο Milne πολύ σωστά θέτει το ζήτημα των εναλλακτικών πολιτικών. Αν, και αυτό είναι σημαντικό, το θέμα εδώ δεν είναι θέμα εκλογικών αποτελεσμάτων.

Οι ιδεολογικές παράμετροι που εμπεριέχονται στην αντίσταση προς τη λιτότητα είναι πολύ σημαντικές. Η τάση προς τη «δημοσιονομική εξυγίανση» είναι περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο μια πολιτική προσπάθεια για αποκατάσταση και ενδυνάμωση του νεοφιλελευθερισμού μετά από το τεράστιο σοκ που υπέστη κατά το χρηματοοικονομικό κραχ και την επιστροφή στο κράτος που αυτό απαίτησε. Η απόρριψη της αναγκαιότητας των περικοπών απαιτεί, όχι μόνο μια κριτική των ιδεολογικών δεδομένων που χρησιμοποιούνται για να τις αιτιολογήσουν, αλλά και κάποιους είδους ανάλυση ενός άλλου τρόπου εξόδου από την κρίση. Η επιστροφή σε κάποια μορφή κεϋνσιανισμού, όπως υποστηρίζουν ο Krugman, ο Reich και κάποιοι άλλοι κριτικοί της λιτότητας, δεν είναι αρκετή, αν μη τι άλλο γιατί αυτή η προσέγγιση δεν λαμβάνει υπόψη της ότι στις διάφορες οικονομικές πολιτικές εμπλέκονται αντιτιθέμενα ταξικά συμφέροντα.

Κατά συνέπεια, η λογική της αντίστασης στις περικοπές απαιτεί τη διαμόρφωση ενός εναλλακτικού οικονομικού προγράμματος. Αυτό είναι σαφές από την ελληνική εμπειρία, όπου η αυστηρότητα των μέτρων λιτότητας της κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου και το μέγεθος της αντίστασης των εργαζομένων έχουν οδηγήσει σε μια ευρύτερη συζήτηση για το πόσο επιθυμητή είναι η στάση πληρωμών, η αποχώρηση της Ελλάδας από την Ευρωζώνη και ίσως και από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως εξηγεί ο Πάνος Γκαργκάνας στη συνέντευξη που παραθέτουμε (http://www.isj.org.uk/index.php4?id=695&issue=128). Μια λεπτομερής περίληψη του τι θα σήμαινε κάτι τέτοιο δημοσιεύει το Research on Money and Finance (RMF), μια ομάδα ερευνητών με βάση τη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών (School of Oriental and African Studies) στο Λονδίνο.

Η πιθανότητα της Ελλάδος να κάνει στάση πληρωμών -σχεδόν 300 δισεκατομμύρια ευρώ σε ομόλογα του δημοσίου- βρίσκεται πλέον στην ημερήσια διάταξη. Ο Έλληνας Υπουργός Οικονομικών, Γιώργος Παπακωνσταντίνου, έκανε προσπάθεια να το αποκλείσει κατά την περιοδεία του στα Δυτικοευρωπαϊκά χρηματοοικονομικά κέντρα στα μέσα του Σεπτέμβρη: «Δεν θα υπάρξει αναδιάρθρωση του χρέους της Ελλάδας […] αυτό θα προκαλούσε ρήξη στην ενότητα της Ευρωζώνης». Υπάρχει, όμως, διάχυτη δυσπιστία στις χρηματοοικονομικές αγορές για το αν η αναδιάρθρωση μπορεί να αποφευχθεί, δεδομένου του βάρους του χρέους σε μια οικονομία η οποία συρρικνώνεται.

Το RMF τάσσεται υπέρ αυτού που ονομάζει «αναδιάρθρωση από το δανειζόμενο». Με άλλα λόγια, αντί η Ελλάδα να επιτρέψει στις Δυτικοευρωπαϊκές τράπεζες, που είναι οι βασικοί κάτοχοι των Ελληνικών ομολόγων να αντιδράσουν στην αποτυχία των μέτρων λιτότητας με την επιβολή αναδιάρθρωσης του χρέους, της οποίας το βάρος θα πέσει στους ώμους των εργαζομένων, θα πρέπει μόνη της η χώρα να παγώσει τις δόσεις των δανείων. Μια τέτοια κίνηση θα συνοδευθεί με την αποχώρηση από το ευρώ, ώστε να αρθεί το βασικό εμπόδιο του ελέγχου της νομισματικής πολιτικής και του τραπεζικού συστήματος στην ευρωζώνη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία είναι νεοφιλελεύθερη και δεν λογοδοτεί σε οποιονδήποτε δημοκρατικό έλεγχο: «Πρώτον, θα είναι πιο δύσκολο για τη χώρα που κάνει στάση πληρωμών να αντιμετωπίσει την εγχώρια τραπεζική κρίση χωρίς τον απόλυτο έλεγχο της νομισματικής πολιτικής. Γενικότερα, αν μετά τη στάση πληρωμών, οι τράπεζες μεταφέρονταν στα χέρια του δημοσίου αλλά εξακολουθούσαν να παραμένουν στο Ευροσύστημα, θα ήταν σχεδόν αδύνατο να χρησιμοποιηθούν για να αναμορφωθεί η οικονομία. Δεύτερον, η παραμονή στην ευρωζώνη θα πρόσφερε πολύ λίγο όφελος στη χώρα που κάνει στάση πληρωμών με την έννοια της πρόσβασης σε κεφαλαιακές αγορές, ή της μείωσης του κόστους δανεισμού. Τρίτον, δεν θα υπήρχε η επιλογή της υποτίμησης, αφαιρώντας έτσι το βασικό συστατικό της ανάκαμψης».

Αλλά, η στάση πληρωμών και η αποχώρηση από το ευρώ θα πρέπει να συνοδευτεί από μια γενικότερη μετατόπιση της οικονομικής πολιτικής προς τα Αριστερά: «Από την πλευρά των εργαζομένων, αλλά και όλης της κοινωνίας, η απάντηση θα ήταν ένα ευρύ πρόγραμμα κρατικοποιήσεων και κρατικού ελέγχου της οικονομίας, με αφετηρία το χρηματοοικονομικό σύστημα. Η κρατικοποίηση των τραπεζών θα εξασφάλιζε την επιβίωσή τους, αποφεύγοντας ένα σενάριο μαζικών αναλήψεων από τους καταθέτες. Επίσης, θα επιβάλλονταν έλεγχοι στο κεφάλαιο και το ξένο συνάλλαγμα, ώστε να αποφευχθεί η έξοδος κεφαλαίου από τη χώρα και να ελαχιστοποιηθούν οι κερδοσκοπικές συναλλαγές. Έτσι, θα δημιουργούνταν συνθήκες οι οποίες θα επέτρεπαν την υιοθέτηση μιας βιομηχανικής πολιτικής που θα άλλαζε την ισορροπία της εγχώριας οικονομίας, ενδυναμώνοντας τον παραγωγικό τομέα. Μεσοπρόθεσμα, η πηγή της ανάπτυξης θα ήταν περισσότερο η αποφασιστική αναδιάρθρωση της οικονομίας, και λιγότερο η αύξηση των εξαγωγών λόγω υποτίμησης».

Το πρόγραμμα αυτό έχει κάποιες ομοιότητες με αυτό που υιοθέτησε η ριζοσπαστική-αριστερή συμμαχία «Οι Άνθρωποι πάνω από τα Κέρδη» (People Before Profit ) στη νότια Ιρλανδία τον Απρίλιο 2009. Παρόλο που η «Εναλλακτική Οικονομική Ατζέντα» της συμμαχίας δεν αφορά άμεσα στο ευρώ, προτείνει την κρατικοποίηση των τραπεζών, τη δημιουργία ενός κρατικού τραπεζικού συστήματος, και μιας Κρατικής Κατασκευαστικής Αρχής η οποία θα οργανώσει ένα πρόγραμμα δημοσίων έργων, την ανάπτυξη νέων στρατηγικών βιομηχανιών, την αναμόρφωση των φόρων και των συντάξεων, ώστε να σταματήσει η επικίνδυνη εξάρτηση της Ιρλανδικής οικονομίας από το νεοφιλελεύθερο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Οι προτάσεις του RMF, όπως αυτές συνοψίζονται από το βασικό συγγραφέα τον Κώστα Λαπαβίτσα, τους τελευταίους μήνες έχουν προκαλέσει μια μεγάλη συζήτηση -και αντίθεση- στη ριζοσπαστική Αριστερά στην Ελλάδα. Δύο είναι οι κύριες γραμμές κριτικής. Η μια είναι ότι η αποχώρηση από το ευρώ είναι μια υπαναχώρηση προς τον εθνικισμό. Αυτή η ανησυχία δεν είναι καθόλου γελοία. Για πολύ καιρό, κυριαρχούσε στην ελληνική Αριστερά μια έντονα εθνικιστική εκδοχή του Ευρωσκεπτικισμού, τόσο στο σοσιαλιστικό ΠΑΣΟΚ μέχρι την άνοδο του στην εξουσία το 1981, όσο και στο ισχυρό αλλά σταλινικό ΚΚΕ μέχρι σήμερα. Η τάση αυτή βασίζεται σε μια βαθύτερη αντίληψη της Ελλάδας ως μια χώρα «εξαρτημένη», καταπιεσμένη από τις ΗΠΑ και την Ε.Ε., αντί η χώρα που είναι σήμερα, δηλαδή μια σχετικά ανεπτυγμένη μητροπολιτική καπιταλιστική χώρα (αντίστοιχα, είναι συνήθης στη Ρεπουμπλικάνικη Αριστερά μια παρόμοια αντίληψη της νότια Ιρλανδίας ως μια «νεοαποικία»).

Πάντως, η ευρωζώνη είναι υπαρκτή και οφείλουμε να τη λάβουμε υπόψη μας. Το σύστημα της ευρωζώνης δεν έχει μόνο ενσωματώσει το νεοφιλελευθερισμό στη θεσμική του αρχιτεκτονική, αλλά, όπως έχουν δείξει επανειλημμένα εκθέσεις του RMF και όπως αναφέρει και ο Χριστάκης Γεωργίου στο ίδιο τεύχος, το σύστημα εμπεριέχει μια ιεραρχία στην οποία οι περιφερειακές οικονομίες όπως αυτές της Ελλάδας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας και της νότιας Ιρλανδίας αποτελούν τις αγορές και τους δανειολήπτες για τις ισχυρότερες Δυτικοευρωπαϊκές οικονομίες, και πρώτης και καλύτερης της Γερμανικής. Επιπλέον, οι σημερινές προσπάθειες «μεταρρύθμισης» της ευρωζώνης έχουν ως στόχο να ενδυναμώσουν ακόμα περισσότερο το νεοφιλελεύθερο πολιτικό καθεστώς και να υποτάξουν τις δήθεν απείθαρχες περιφερειακές οικονομίες.

Η λογική της αντίστασης στα μέτρα λιτότητας οδηγεί αναπόφευκτα στη στάση πληρωμών και την αποχώρηση από το ευρώ. Η ιδέα ότι μια τέτοια πολιτική σημαίνει και την εγκατάλειψη του διεθνισμού βασίζεται σε μια προσέγγιση για την ιστορία, κατά την οποία υπάρχει μια γραμμική κίνηση από το εθνικό, στο Ευρωπαϊκό και από εκεί στο διεθνές επίπεδο. Αλλά η ιστορία εξελίσσεται διαλεκτικά, με ξαφνικές στροφές και επιστροφές και όχι σε μια ευθεία γραμμή. Μια απόσχιση από το ευρώ στην Ελλάδα ή και αλλού, που θα οδηγούσε σε μια επιτυχή υπεράσπιση των θέσεων εργασίας, των υπηρεσιών και του βιοτικού επιπέδου θα μπορούσε να δράσει ως φάρος για ένα νέο, μαχόμενο διεθνισμό, που θα μπορούσε να δημιουργήσει μια τελείως διαφορετική Ευρώπη.

Η δεύτερη κριτική είναι πιο σοβαρή. Η αποχώρηση από το ευρώ δεν θα ήταν απαραιτήτως προς όφελος των εργαζομένων. Η επιστροφή στο παλιό νόμισμα, τη δραχμή, κατά πάσα πιθανότητα θα οδηγούσε σε μια σημαντική σε μέγεθος υποτίμηση. Όντως, όπως τονίζει η έκθεση του RMF, αυτό είναι ένας από τους λόγους που ωθεί για αποχώρηση από την ευρωζώνη: ότι οι αδύνατες οικονομίες όπως αυτή της Ελλάδας έχουν υποχρεωθεί να είναι δεμένες στη γερμανική οικονομία, όπου το εργατικό κόστος έχει μειωθεί κατά πολύ συγκριτικά με τα υπόλοιπα μέλη της ευρωζώνης, χωρίς οι αδύναμες οικονομίες να κατέχουν το παραδοσιακό εργαλείο της υποτίμησης του νομίσματός τους για να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητα τους.

Η υποτίμηση θα μείωνε τις τιμές των ελληνικών εξαγωγών σε σύγκριση με αυτές των ανταγωνιστών τους. Αλλά, επειδή η υποτίμηση φέρνει και άνοδο των τιμών των εισαγωγών, το πιθανό αποτέλεσμα θα ήταν μια αύξηση του πληθωρισμού και άρα μια μείωση των αληθινών μισθών, εκτός και αν οι εργαζόμενοι αντιδράσουν αποτελεσματικά. Σε σημαντικούς σταθμούς στην ιστορία του βρετανικού καπιταλισμού -το 1931, το 1967, το 1992, το 2008- η υποτίμηση έχει χρησιμοποιηθεί ως ένα μέσο αύξησης της ανταγωνιστικότητας και αύξησης του ρυθμού εκμετάλλευσης. Μια από τις εκδοχές του κεϋνσιανισμού (όχι απαραίτητα αυτή του ίδιου του Κέϋνς) θεωρεί την υποτίμηση και τον πληθωρισμό πιο αποτελεσματικό τρόπο μείωσης των πραγματικών μισθών και αύξησης των κερδών, από τις καθιερωμένες προσπάθειες μείωσης των ονομαστικών μισθών.

Χωρίς αμφιβολία, αν το πρόγραμμα λιτότητας της κυβέρνησης Παπανδρέου διαφανεί ότι αποτυγχάνει, σημαντικοί κύκλοι του ελληνικού κεφαλαίου μπορεί να στραφούν προς τη λύση της στάσης πληρωμών και της υποτίμησης για να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα και τα κέρδη τους. Άλλωστε, όπως τονίζει η τελευταία έκθεση του RMF, αυτή είναι ακριβώς η πολιτική που ακολούθησε η Ρωσία το 1998 και η Αργεντινή το 2001 όταν αντιμετώπισαν χρηματοοικονομικά κραχ. Αλλά αυτό που δείχνει μια τέτοια επιλογή, είναι ότι η στάση πληρωμών και η αποχώρηση από το ευρώ δεν είναι πανάκεια. Η αναδιανεμητική πάλη, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη για το ποια τάξη θα πρέπει να πληρώσει για την κρίση, θα συνεχιζόταν. Αυτό όμως δεν αλλάζει το γεγονός ότι η στάση πληρωμών και η αποχώρηση από το ευρώ, με τη συνεπακόλουθη ακύρωση των μέτρων λιτότητας, θα δημιουργούσε πιο ευνοϊκές συνθήκες για την υπεράσπιση των μισθών, των συντάξεων, των θέσεων εργασίας και των υπηρεσιών, και ειδικότερα για την πάλη για τα ευρύτερα εναλλακτικά προγράμματα που προτείνει το RMF και η συμμαχία «Άνθρωποι πάνω από τα Κέρδη».

Μια τρίτη αντίρρηση -η οποία δεν φαίνεται να έχει προχωρήσει στις συζητήσεις στην Ελλάδα- θα ήταν ότι αυτά τα προγράμματα δεν είναι τίποτα παραπάνω από την εναλλακτική οικονομική στρατηγική που πρότεινε η μεταρρυθμιστική Αριστερά τη δεκαετία του 1970. Όπως είχε υποστηρίξει ο Tony Benn οι σύμμαχοί του και το Κομμουνιστικό Κόμμα, η στρατηγική που πρότειναν ήταν μια σειρά από μέτρα για να αυξηθεί ο κρατικός έλεγχος της οικονομίας, ώστε να μειωθεί ο έλεγχος των πολυεθνικών επιχειρήσεων και να αναδιαρθρωθεί η βρετανική οικονομία προς έναν πιο δυναμικό και ανταγωνιστικό καπιταλισμό.

Είναι όντως αλήθεια ότι το περιεχόμενο των προγραμμάτων του RMF και του «Άνθρωποι πάνω από τα Κέρδη» ταυτίζονται σε πολλά σημεία με αυτό της εναλλακτικής οικονομικής στρατηγικής. Αλλά η απόρριψη τους με αυτά τα επιχειρήματα, σημαίνει ότι αγνοούμε εντελώς το τωρινό πλαίσιο, το οποίο είναι ριζικά διαφορετικό από αυτό της δεκαετίας του 1970. Μετά από μια γενιά απορρυθμίσεων που προκάλεσαν μια καταστροφική οικονομική ύφεση, η πρόταση μέτρων για μεγαλύτερο πολιτικό έλεγχο της οικονομίας είναι μια επιθετική στρατηγική που προκαλεί την εξουσία του κεφαλαίου. Σε αυτό το σημείο, είναι σημαντικό το πώς αντιλαμβανόμαστε το πρόγραμμα. Αν αντιμετωπιστεί, όπως έγινε με την εναλλακτική οικονομική στρατηγική, ως μια μεταρρυθμιστική προσπάθεια διάσωσης του καπιταλισμού, τότε οι κίνδυνοι είναι προφανείς. Αλλά, αν θεωρηθεί ως ένα σύνολο μεταβατικών αιτημάτων, με την ίδια έννοια που αυτά θεωρήθηκαν ως τέτοια από τη Κομμουνιστική Διεθνή και τον Τρότσκι, τότε όλα αλλάζουν.

Τα μεταβατικά αιτήματα ξεκινούν από τις άμεσες ανάγκες του αγώνα, αλλά η λογική της ικανοποίησης τους προϋποθέτει τη σύγκρουση με το κεφάλαιο. Όπως αναφέρεται στις «Θέσεις για την Τακτική» που υιοθέτησε το Τρίτο Συνέδριο της Κομιτερν το 1921: « Τα κομμουνιστικά κόμματα δεν προτείνουν μινιμαλιστικά προγράμματα για να ενδυναμώσουν και να βελτιώσουν την τρεκλίζουσα δομή του καπιταλισμού. Η καταστροφή αυτής της δομής παραμένει ο βασικός τους στόχος και η άμεση αποστολής τους. Αλλά για να εκπληρώσουν την αποστολή αυτή, τα κομμουνιστικά κόμματα θα πρέπει να προτάσσουν αιτήματα των οποίων η ικανοποίηση αποτελεί την άμεση και επείγουσα ανάγκη της εργατικής τάξης, και πρέπει να αγωνιστούν για αυτά τα αιτήματα με μαζικό αγώνα, ανεξάρτητα από το αν είναι συμβατά ή όχι με την οικονομία της κερδοφορίας της καπιταλιστικής τάξης. Στη θέση των μινιμαλιστικών προγραμμάτων των μεταρρυθμιστικών και των κεντρώων, η Κομιντέρν βάζει τον αγώνα για τις απτές ανάγκες του προλεταριάτου, για ένα σύστημα αιτημάτων που στο σύνολο τους θα απόδομήσουν την εξουσία της αστικής τάξης, θα οργανώσουν το προλεταριάτο, θα αποτελέσουν στάδια στον αγώνα για τη δικτατορία του προλεταριάτου και κάθε αίτημα θα εκφράζει από μόνο του τις ανάγκες των ευρύτερων μαζών, ακόμα και αν οι ευρύτερες μάζες δεν είναι συνειδητά υπέρ μιας δικτατορίας του προλεταριάτου».

Αυτός είναι ο τρόπος που θα πρέπει γίνουν κατανοητά αυτά τα προγράμματα. Η στάση πληρωμών, η κρατικοποίηση των τραπεζών, η θέσπιση ελέγχων στο κεφάλαιο, τα προγράμματα δημοσίων επενδύσεων -όλα αυτά είναι απαραίτητα για να καλύψουν τις ανάγκες της μεγάλης πλειοψηφίας σε οικονομίες που είναι κατεστραμμένες από την ύφεση και την κερδοσκοπία. Αλλά η εφαρμογή τους σημαίνει μια μαζική αντιπαράθεση με τις υπάρχουσες δομές της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή τους δείχνει το δρόμο όχι προς την αναδιάρθρωση του καπιταλισμού, αλλά πέρα από αυτήν.

Αυτό δε σημαίνει ότι αυτά τα προγράμματα είναι ευρύτερα εφικτά ή ολοκληρωμένα -η αποχώρηση από το ευρώ φυσικά, δε σημαίνει τίποτα για τη Βρετανία. Για παράδειγμα, καθώς όλα τους έχουν ως αφετηρία τις συνέπειες της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης, δεν αναφέρουν καθόλου το σημαντικότατο θέμα της κλιματικής αλλαγής. Η Εκστρατεία κατά της Κλιματικής Αλλαγής (Campaign against Climate Change) έχει δημοσιεύσει, με την υποστήριξη πολλών συνδικάτων, μια έκθεση και ένα φυλλάδιο που παρουσιάζουν λεπτομερείς προτάσεις για να δημιουργηθούν ένα εκατομμύριο θέσεις εργασίας σε βιομηχανίες εναλλακτικών πηγών ενέργειας, για να αναμορφωθούν σπίτια και δημόσια κτίρια σε μια βάση χαμηλής κατανάλωσης διοξειδίου του άνθρακα, και στα μέσα μαζικής μεταφοράς, ένα πρόγραμμα το οποίο τώρα έχει υποστηριχθεί από τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών. Αυτές οι προτάσεις θα είχαν το διπλό όφελος της μείωσης εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και της αντιμετώπισης της κρίσης της ανεργίας που ακόμα και το ΔΝΤ πλέον παραδέχεται. Μετά την Κοπεγχάγη, ποιός έχει αμφιβολίες ότι αυτές οι προτάσεις θα μπορούσαν να κερδηθούν μόνο ενάντια και παρά την μανιώδη αντίσταση του κεφαλαίου;

Και φυσικά, οποιοδήποτε πρόγραμμα είναι κενό χωρίς την πολιτική βούληση και την κοινωνική εξουσία που θα το κάνουν πραγματικότητα. Το αν αυτές θα υπάρξουν εξαρτάται από τα κινήματα που θα αναπτυχθούν ενάντια στη λιτότητα. Η αντίσταση μπορεί να χρειάζεται μια εναλλακτική πολιτική, αλλά αυτή η εναλλακτική πολιτική θα παραμείνει ένα όνειρο χωρίς την ανάπτυξη της αντίστασης. Σε κάθε περίπτωση, ένα σημαντικό στοιχείο μιας αποτελεσματικής απάντησης από την πλευρά της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στην κρίση είναι να εξηγήσουμε τόσο αυτό που επιθυμούμε, όσο και αυτό στο οποίο εναντιωνόμαστε.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s